10. Αναπάντεχες Συμμαχίες

Στον δρόμο όσοι τριγυρνούν μαθαίνουν

τον κόσμο από μέσα τους να βλέπουν.

Δεν έχει σημασία, σου λέω, τι φαίνεται απ’ έξω

ο άνθρωπος ορίζεται μόνο απ’ την καρδιά του.

Περιττό να πω ότι η όμορφη ατμόσφαιρα των τελευταίων ωρών εξανεμίστηκε σαν ατμός. Εγώ ένιωθα πως είχα ξενερώσει πιο αποτελεσματικά παρά αν μου ‘χε χώσει κάποιος το κεφάλι μέσα σ’ έναν κουβά με παγωμένο νερό. Ο Ραμέρ πήρε μια ανάσα που έμοιαζε να σκάλωσε στο λαιμό του. Η Αμελίνα έμεινε τελείως ακίνητη. Η Μουνένα μας κοιτούσε έναν προς έναν μ’ ένα ύφος που μεταφραζόταν τέλεια σε «περιμένουμε κάτι όλοι εδώ έξω και δεν μπαίνουμε στο δωμάτιο;»

«Είναι…» ξεκίνησε να λέει ο Ραμέρ, αλλά δεν φαινόταν να ξέρει πώς να συνεχίσει.

«Σαν’τακ», συμπλήρωσε την πρόταση η Μουνένα, αν κι είμαι σίγουρος ότι κανείς μας δεν είχε ξανακούσει αυτή τη λέξη. «Τόσο ξεχωριστοί που τους ήθελε και η φωτιά και το νερό για να τους δώσουν φύλο και στο τέλος συμβιβάστηκαν να δώσουν το ένα φύλο ανάμεσα στα πόδια και το άλλο ανάμεσα στ’ αυτιά και τη δυνατότητα να επιλέξουν ποιο απ’ τα δύο προτιμούν».

«Στην Ασάρ τους λέμε…»

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Δεν είδα πώς, αλλά μέσα σε μια στιγμή βρέθηκε ανάσκελα στο πάτωμα. Το ένα χέρι της Μουνένα τού έστριβε τον γιακά και το άλλο κρατούσε ένα στιλέτο στον λαιμό του.

«Ξέρω πάρα πολύ καλά πώς τους λένε στην Ασάρ», έκανε μ’ έναν ψίθυρο που μέσα του έκρυβε αρκετή οργή ώστε να κάνει τον αδερφό μου να καταπιεί τα λόγια του και να μείνει ακίνητος. «Ξέρω πάρα πολύ καλά πώς τους λένε στην Μποντύ, την Ίντιτσε και την Κασταπόντα, και ξέρω εξίσου καλά και πώς τους φέρονται. Αλλά στη Βασ’Εσάκ τους λένε σαν’τακ κι είναι άνθρωποι. Το ‘πιασες; Άνθρωποι».

«Λέγε ό,τι θες», έκανε ο αδερφός μου, που έμοιαζε να ‘χει βρει μέρος απ’ το κουράγιο του. «Αυτό το πράγμα είναι ένα έκτρωμα».

Τα χρειάστηκα. Πίστεψα πραγματικά ότι εκείνη τη στιγμή θα έχανα τον αδερφό μου. Τα μάτια της Μουνένα γυάλιζαν, κι η μύτη του στιλέτου της είχε αρχίσει να δημιουργεί μικρές αιμάτινες χάντρες στον λαιμό του Ραμέρ.

«Μουνένα, σε παρακαλώ, μη…» ξεκίνησα να λέω, αλλά τότε ακούστηκε η φωνή της Αμελίνα.

«Εγώ τη συμπαθώ. Είναι πολύ γλυκιά και χαμογελαστή. Καταλαβαίνω γιατί την ήθελε κι η φωτιά και το νερό». Η φωνή της δεν προκαλούσε. Ήταν σαν να εξομολογούταν ένα μυστικό. «Ραμέρ, δεν είσαι άντρας επειδή έχεις… ό,τι έχεις ανάμεσα στα πόδια σου. Είσαι γιατί… γιατί είσαι. Η Λυάν Κας είναι γυναίκα γιατί είναι, πώς θα μπορούσες ποτέ να πιστέψεις ότι είναι κάτι άλλο;»

Δεν έβγαζε και πολύ νόημα αυτό που είπε, ούτε μέτραγε πολύ σαν επιχείρημα, αλλά ας μην ξεχνάμε πόσο είχαμε πιεί εκείνο το βράδυ. Επιπλέον, τα λόγια της επέδρασαν καταλυτικά στη Μουνένα. Τράβηξε το στιλέτο της απ’ τον λαιμό του αδερφού μου και σηκώθηκε.

«Η Λυάν Κας είναι περισσότερο γυναίκα από μένα που ‘χω περίοδο με κάθε Λεσούν», είπε με βραχνή φωνή, «και λιγότερο άντρας από σένα, αν κι έχει σαφώς μεγαλύτερα αρχίδια. Δεν με νοιάζει αν έχεις όλη τη μαλακία του κόσμου μαζεμένη στο κεφάλι σου, δεν με νοιάζει να νομίζεις ό,τι θέλεις γι’ ανθρώπους που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ, αλλά αν τολμήσεις έστω για μια στιγμή να συμπεριφερθείς άσχημα στη Λυάν Κας μέχρι να την αφήσουμε στη Βασ’Εσάκ, θα μείνεις για την υπόλοιπη ζωή σου ν’ αναρωτιέσαι πόσο άντρας είσαι χωρίς το σετάκι σου, το ‘πιασες;»

Χωρίς να του δώσει ούτε μια στιγμή ν’ απαντήσει, άνοιξε την πόρτα του δωματίου μας, μπήκε μέσα και την βρόντηξε πίσω της, αφήνοντάς μας να κοιταζόμαστε.

«Δηλαδή θα έχουμε αυτό το… πράγμα μαζί μας μέχρι τη Βασ’Εσάκ;» έκανε ο Ραμέρ, κι εγώ ευχήθηκα να μην είχε ακουστεί η φωνή του μέχρι τη Μουνένα.

«Θες να χαμηλώσεις τη φωνή σου, σε παρακαλώ;» του απάντησα κι άπλωσα το χέρι μου για να σηκωθεί.

«Είναι…»

«Θα σκάσεις;» του έκανα, λίγο πιο άγρια. Αλήθεια, ήμουν χεσμένος. Σ’ εκείνη τη φάση δε μ’ ενδιέφερε καθόλου αν η Λυάν Κας ήταν άντρας, γυναίκα ή μπλορφ, μ’ ενδιέφερε ότι έτσι κι έπαιρνε τ’ αυτί της Μουνένα τι έλεγε ο Ραμέρ, θα του έκανε κι εγώ δεν ξέρω τι, και δεν ήθελα να μάθω κιόλας.

«Αξιολάτρευτη είναι», έκανε μ’ ένα μικρό χάχανο η Αμελίνα που προφανώς αδυνατούσε να ξεμεθύσει. «Φτιάχνει μικρά κοσμήματα από κορδέλες, κλωστούλες και μικρές χάντρες κι υποσχέθηκε να μου μάθει. Ραμέρ, θα είσαι καλός μαζί της, ναι; Παρακαλώ;»

Πλησίασε τον αδερφό μου που μόλις είχε καταφέρει να σηκωθεί και χώθηκε στην αγκαλιά του, τρίβοντας τα μαλλιά της στον λαιμό του.

Ο αδερφός μου φαινόταν να έχει μπλοκάρει ανάμεσα στο ό,τι ένιωθε για το τι ήταν η Λυάν Κας και στο ό,τι ένιωθε για την Αμελίνα. Με κοίταξε μ’ ένα παντελώς ηλίθιο βλέμμα, κι εγώ σκέφτηκα ότι τουλάχιστον γι’ απόψε είχαμε αποφύγει τα χειρότερα.

Η Αμελίνα ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του αδερφού μου, που έγινε πιο κόκκινος απ’ τα μαλλιά της. Μετά παραπάτησε μέχρι την πόρτα του δωματίου μας κι εξαφανίστηκε πίσω του, αφήνοντάς μας μόνους μας.

«Αλήθεια, θα…» έκανε να συνεχίσει ο αδερφός μου.

«Ω, σκάσε πια!» Οι λέξεις μού ξέφυγαν πριν τις συγκρατήσω. «Όταν μέχρι κι η Αμελίνα παίρνει το μέρος του Πασπαρτού, αυτό είναι ένα καλό δείγμα ότι συμπεριφέρθηκες σαν μαλάκας και πρέπει να σταματήσεις. Οκ, η Λυάν Κας έχει τσουτσού. Το καταλάβαμε όλοι αυτό. Ε, και τι; Δεν είναι να πεις ότι την έβγαλε και στην κούνησε μπροστά στα μούτρα σου, παράτα την. Δικό της το σώμα, δική της η άποψη. Γυναίκα θέλει να είναι, οκ, γυναίκα. Ξεπέρασέ το. Και γρήγορα. Γιατί δεν νομίζω πως το Πασπαρτού αστειευόταν σχετικά με το τι θα σου κάνει αν συνεχίσεις να είσαι μαλάκας».

Μπήκα κι εγώ στο δωμάτιο, αφήνοντάς τον μόνο του στον διάδρομο. Οφείλω να ομολογήσω ότι ούτε κι εγώ ένιωθα άνετα με την προσθήκη στην ήδη τεταμένη συντροφιά μας, αλλά δεν ήθελα να εντείνω το πρόβλημα, οπότε αποφάσισα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό και τις απόψεις μου απ’ τη μέσα μεριά του κεφαλιού μου.

Είδα την Αμελίνα να μισοκοιμάται έχοντας αγκαλιάσει τη Μουνένα και να μουρμουρίζει ακόμα «τη συμπαθώ, αλήθεια», ενώ το Πασπαρτού αναστέναζε και προσπαθούσε ανεπιτυχώς να κοιμηθεί.

«Εντάξει, το κατάλαβα, α κοιμήσου τώρα», της έκανε και προσπαθούσε να γλιστρήσει απ’ τα ντελικάτα χεράκια της Αμελίνας που την έσφιγγαν. «Ω, που να σου γαμήσω, μην της ξαναδώσουμε να πιεί ποτέ», έκανε μόλις με είδε.

Ανασήκωσα τους ώμους μου. «Τουλάχιστον έκανε τον Ραμέρ να σκάσει», είπα κι έπεσα κι εγώ στο κρεβάτι μου. Νόμιζα ότι θα έμενα ξύπνιος για αρκετή ώρα απ’ την ένταση, αλλά είχα αποκοιμηθεί πριν ακόμα μπει μέσα ο Ραμέρ.

Advertisements

9. Λυάν Κας

Όποιος τον κόσμο τριγυρνά και όλο ταξιδεύει

Στο διάβα του ανθρώπους συναντά εκεί που ξαποσταίνει.

 

Και είναι εκείνες οι φορές στης τύχης το αδράχτι

που πλέκονται φιλίες ζεστές στης νύχτας την αγκάλη.

 

          Δεν ξέρω αν έχεις πάει ποτέ στο Μανρέ, στα σύνορα της Εντίρ με την Μποντύ. Δεν είναι να πεις ότι είναι κοσμοπολίτικο σαν την Ποντ ή παράξενο σαν την Ράκλε’Νις, αλλά λίγους ανθρώπους του δρόμου θα γνωρίσεις που να μην το ξέρουν. Κυρίως για τους κατοίκους του. Από τότε που στην Μποντύ άρχισαν να καίνε ζωντανούς τους «καταραμένους» τους, αυτό το μικρό χωριό βοηθούσε όσους περισσότερους μπορούσε να μείνουν κρυμμένοι κι ασφαλείς απ’ τον τρελάρα με την Ιερή Φωνή. Ε, σύντομα έγινε διάσημο, μιας κι όσοι είχαν μείνει εκεί λίγες ή περισσότερες μέρες, να στυλωθούν, να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να πάνε να βρουν ένα άλλο μέρος να χτίσουν μια καινούργια ζωή, παίνευαν τους κατοίκους του Μανρέ για την φιλοξενία, τη διακριτικότητα και την καλή τους την καρδιά.

Αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν φεύγουν όλοι απ’ το Μανρέ. Μπορεί οι «καταραμένοι» να είναι ασφαλείς σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που ζητούν διαφορετικά πράγματα, όχι μόνο ασφάλεια. Και το Μανρέ δεν διώχνει κανέναν, όσο παράξενος κι αν είναι. Έτσι παράξενο είναι κι αυτό. Ένα μικρό χωριό που είναι στην πραγματικότητα τεράστιο, αν γνωρίζεις τα μυστικά του, ταπεινό και όμως πιο μεγαλόπρεπο απ’ την έπαυλή σου, άρχοντά μου, με όλο τον σεβασμό κιόλας. Ένα κρυμμένο μυστικό στην καρδιά της Εάμ’Ρελ που λάμπει σαν φάρος σ’ όσους το χρειάζονται.

Φτάσαμε στο Μανρέ ένα βραδάκι που τα σύννεφα προμήνυαν γερή μπόρα, μερικές μέρες μετά τα γεγονότα με τους επίδοξους ληστές. Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας ήταν ακόμα μουδιασμένη. Όλοι νιώθαμε πως οι ισορροπίες μας είχαν αλλάξει, αλλά δεν είχαμε βρει ακόμα καινούργιες, οπότε συμπεριφερόμασταν με μια συγκρατημένη ευγένεια. Προφανώς όχι η Μουνένα, που δεν φαινόταν να έχει επηρεαστεί στο ελάχιστο. Μερικές φορές τη ζήλευα γι’ αυτή της την ικανότητα να περιμένει τον κόσμο να προσαρμοστεί στα μέτρα της και να βλέπει ότι πράγματι στο τέλος τείνει να συμβαίνει.

Αλλά πίσω στο Μανρέ. Όπως έλεγα, φτάσαμε βραδάκι και προλάβαμε να χωθούμε στο ένα και μοναδικό, μικρό πανδοχείο του πριν αρχίσουν οι ουρανοί τα μπινελίκια. Αφήσαμε τ’ άλογα στον στάβλο που μετά βίας τα χωρούσε και μπήκαμε μέσα. Η ταβερνιάρισσα, μια νόστιμη σαραντάρα, σέρβιρε εκείνη τη στιγμή μπύρα σ’ έναν απ’ τους λιγοστούς πελάτες. Ήταν ήσυχο και καθαρό. Υπερβολικά καθαρό, αν με ρωτήσεις. Θυμάσαι εκείνη την ευχάριστη μπόχα που σου έλεγα ότι εμείς οι ταξιδιώτες περιμένουμε να συναντήσουμε στα πανδοχεία; Καμία σχέση. Αυτό το μέρος, η Ζεστή Φωλιά, μύριζε καθαρά πιατόπανα, σφουγγαρισμένα πατώματα, φρεσκομαγειρεμένο φαγητό. Μύριζε κάτι περισσότερο που έκανε τις καρδιές μας να χτυπήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια, ενώ χαμογελούσαμε σαν ηλίθιοι. Μύριζε σπίτι.

Η Μουνένα πλησίασε την σαραντάρα μ’ ένα χαμόγελο που δεν είχα
ξαναδεί.

«Καλή μου Σέλια», είπε κι ακούμπησε την παλάμη της στην παλάμη της χαμογελαστής ταβερνιάρισσας, «σου ‘φερα ξεραμένα λουλούδια και βοτάνια απ’ την Ντρας».

«Πάντα θυμάται τι μ’ αρέσει το Πασπαρτού μου», έκανε η ταβερνιάρισσα και χάιδεψε το μάγουλο της Μουνένα, όπως χαϊδεύει η μαμά το αγαπημένο της παιδί.

Το να πω ότι σάστισα δεν νομίζω ότι περιγράφει επαρκώς το πόσο ξεστηλιώθηκαν οι μεντεσέδες απ’ το σαγόνι μου.

«Στην ανάγκη μου, στην ανάγκη σου, δίνει ο καθένας ό,τι έχει στο χέρι».

Η Μουνένα το είπε αυτό. Η δική μας η Μουνένα. Εννοώ το Πασπαρτού. Που δεν είχε ούτε ιερό, ούτε όσιο. Αλλά η Σέλια ένευσε κι ακούμπησε ξανά την παλάμη της στην παλάμη της Μουνένα.

«Πες μου την ανάγκη σου», έκανε η ταβερνιάρισσα.

«Χρειαζόμαστε να ξεποστάσουμε για το βράδυ. Ένα δωμάτιο και φαγητό. Επίσης, είμαι εδώ για τη Λυάν Κας».

«Τι έχεις στο χέρι σου;»

«Την ελευθερία της και την υπόσχεσή μου. Χάλκινα νομίσματα. Το χέρι μου το ίδιο».

«Τα βοτάνια μου;»

«Αυτά είναι δώρο».

Περιττό να πω ότι οι τρεις μας κοιταζόμασταν χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το περιεχόμενο αυτού του διαλόγου. Είχα μια υποψία στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου για το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτή η συμπεριφορά της Μουνένα και ποιο μπορεί να ήταν το παρελθόν της με την Σέλια, αλλά δεν είχα ακόμα όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμουν για να συνδέσω τα κομμάτια του ψηφιδωτού. Οπότε έκανα ό,τι ακριβώς έκανε ο αδερφός μου κι η Αμελίνα: κοιτούσα σαν χαζός.

Λίγη ώρα μετά κοιτούσαμε κι οι τρεις τη Μουνένα για εξηγήσεις στο μικρό, καθαρό δωμάτιο που μας είχε δείξει η Σέλια.

«Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι υπάρχουν δύο ειδών ταξιδιώτες στο Μανρέ: αυτοί που περνάνε, πίνουν μια δροσερή μπύρα και τρώνε ένα καλό φαγητό, πληρώνουν μερικά νομίσματα και παίρνουν πάλι τον δρόμο τους, κι αυτοί που βρέθηκαν εδώ όταν το χρειάστηκαν. Εγώ ανήκω στους δεύτερους».

Και δεν είπε τίποτε άλλο. Ούτε πώς, ούτε γιατί, ούτε τι σημασία είχε αυτό τώρα. Α, ναι, είπε και κάτι άλλο. Ότι στο τραπέζι μας το βράδυ -θα τρώγαμε σ’ ένα κλειστό δωμάτιο, απ’ ό,τι κατάλαβα- θα γνωρίζαμε μια πολύ καλή της φίλη. Το οποίο ήταν επίσης κάτι που δεν περίμενα ν’ ακούσω ποτέ να βγαίνει απ’ το στόμα της Μουνένα.

Αφού κάναμε ένα μπάνιο κι αλλάξαμε ρούχα, πήγαμε στο δωμάτιο που μας είχε υποδείξει η Σέλια, στο οποίο μας περίμενε ένα στρωμένο τραπέζι, δυο ψητά κοτόπουλα, λαχανικά, φρέσκο ψωμί και μπύρα. Και πέντε μαχαιροπήρουνα. Δεν είχαμε προλάβει να στρογγυλοκαθίσουμε και να κόψουμε το ψωμί, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια πολύ ψηλή κι αδύνατη κοπέλα, μ’ έντονες γωνίες στο βαμμένο πρόσωπό της, ένα όμορφο, γαλάζιο φόρεμα, ένα μαντήλι στον λαιμό της και έναν χαριτωμένο κότσο στα μαλλιά της.

Το Πασπαρτού σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι έπεσε στην αγκαλιά της νεοφερμένης, λες κι ήταν η χαμένη της αδερφή, κι έλαβε αντίστοιχης υποδοχής. Υποθέσαμε ότι αυτή ήταν η Λυάν Κας που είχε ζητήσει να δει και την οποία θα ελευθέρωνε, αλλά π’ ανάθεμα αν μπορούσα να καταλάβω από τι.

Δεν πήρε πολλή ώρα να σπάσει ο πάγος. Η Λυάν Κας είχε εύκολο το βραχνό της γέλιο, κι η Μουνένα έδινε ρεσιτάλ σε αφηγήσεις απ’ τις περιπέτειές μας που μας έκανε να γελάμε κι εμείς άθελά μας. Μετά το τρίτο μπουκάλι μπύρα η Αμελίνα μ’ έπεισε να βγάλω το λαούτο μου, κι όλοι μαζί τραγουδούσαμε και γελάγαμε σαν παιδικοί φίλοι. Μέχρι κι ο αδερφός μου τραγουδούσε με την αγριοφωνάρα του, ενώ μια-δυο φορές κατάφερε να τολμήσει να πιάσει το χέρι της Αμελίνας πάνω απ’ το τραπέζι. Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Σέλια με μια πιατέλα που φιλοξενούσε ένα λαχταριστό γλυκό από βατόμουρα και αγριοφράουλες. Το εξαφανίσαμε μέσα σε δυο στιγμές και συνεχίσαμε να πίνουμε και να τραγουδάμε. Δεν θυμάμαι να είχα νιώσει τόσο όμορφα απ’ τη μέρα που μας είχε καλέσει ο Ενεάρ στο σπίτι του και μας είχε δώσει την αποστολή.

Είχαν δύσει και τα δυο φεγγάρια όταν καληνυχτίσαμε τη Λυάν Κας και γυρίσαμε στο δωμάτιό μας, μισομεθυσμένοι και σχεδόν αγκαλιαστοί. Για την ακρίβεια, η Αμελίνα φορούσε το καπέλο της Μουνένα και κανείς δεν έφερνε αντίρρηση, τόσο καλοδιάθετοι ήμασταν.

«Πάντως δεν μου φαίνεται για σκλάβα η Λυάν Κας», είπα ανάμεσα σε δυο λόξυγγες.

«Το μοναδικό πράγμα που σκλαβώνει τη Λυάν Κας είναι το ίδιο της το σώμα», απάντησε η Μουνένα. «Γι’ αυτό και θέλει να πάει στη Βασ’Εσάκ που δεν ενδιαφέρει κανέναν αν μια γυναίκα κατουράει όρθια».

Η σιωπή που προσγειώθηκε ανάμεσά μας παίζει και να δημιούργησε έναν μικρό σεισμό στη γύρω περιοχή.

8. Το πρώτο αίμα

Θάρρος και λεβεντιά, χέρι σαν βράχος σταθερό

ατσάλι η ψυχή, γρανίτης το μυαλό.

 

Ακόμα κι όταν έσταζε ποτάμι μας το αίμα

Στιγμή δεν ήρθε δισταγμός, νικήσαμε σαν ένα.

 

Η μάχη με τα «μπλορφ» μας είχε αφήσει να λοξοκοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, για την ακρίβεια οι δύο τους άλλους δύο. Η Μουνένα κι εγώ τρίβαμε ακόμα αλοιφές και μαντζούνια στα κοψίματα που μας είχαν χαρίσει οι πέτρες, ενώ η Αμελίνα κι ο Ραμέρ φαίνονταν να έχουν συνάψει μια ήρεμη συνεννόηση και συμμαχία. Ήταν κι οι δύο ασυνήθιστα ευγενικοί, κυρίως προς τη Μουνένα που δεν τους έκανε ωστόσο τη χάρη ν’ αλλάξει τη δική της συμπεριφορά απέναντί τους. Εγώ δεν ήθελα να πιστέψω πως ο αδερφός μου θα ήταν ικανός να συμμαχήσει εναντίον μου, να ρισκάρει τη σωματική μου ακεραιότητα για μια πλάκα. Απ’ την άλλη, όσο περνούσε η μέρα, δεν έβρισκα τίποτε άλλο που να βγάζει νόημα, Η Αμελίνα ήταν απόφοιτη της Ακαδημίας, οπότε ήξερε να κάνει μαγεία. Αν και ποτέ δεν είχα ξανακούσει για μαγεία που να ζωντανεύει πέτρες, το κομμάτι ταίριαζε τέλεια στο ψηφιδωτό.

Ήθελα να μιλήσω με τη Μουνένα, να την ρωτήσω ποια ήταν η δική της άποψη για όσα είχαν συμβεί, αλλά απ’ την άλλη δεν ήθελα να χωρίσω τόσο εμφανώς την ομάδα μας σε δύο στρατόπεδα, κυρίως όχι όταν αυτό στο οποίο θα έμενα εγώ συμπεριλάμβανε ένα καθόλου αξιόπιστο άτομο. Πίσω μου, η Αμελίνα κι ο Ραμέρ δεν έκρυβαν μ’ επιτυχία την ψιλοκουβεντούλα και τα συχνά βλέμματα που ανταλλάζανε.

Όλες οι εντάσεις και τα βρισίδια των προηγούμενων ημερών είχαν αντικατασταθεί από μια απειλητική σιωπή. Δεν ξέρω πώς ένιωθαν οι υπόλοιποι, αλλά εγώ έβραζα μέσα μου. Ήθελα να πιάσω τον αδερφό μου και να του κάνω το τόξο μου κλύσμα, απ’ τα νεύρα μου. Ήμασταν δίδυμοι, ενωμένοι και μαζί σ’ όλη μας τη ζωή, πώς τολμούσε να βάλει κάτι τόσο ηλίθιο ανάμεσά μας;

Ίσως να έφταιγε η ατμόσφαιρα, αλλά το θέμα είναι ότι κανείς μας δεν πήρε χαμπάρι ότι πηγαίναμε ίσια σε παγίδα, μέχρι που ένιωσα να γλιστράω πάνω στον λαιμό του αλόγου μου. Τα μπροστινά του πόδια είχαν βυθιστεί σ’ έναν καμουφλαρισμένο λάκκο και γλύτωσα την πτώση από τυφλό ένστικτο. Αντί να αφεθώ, έχωσα το αριστερό μου πόδι στα πλευρά του αλόγου μου και χρησιμοποίησα το στήριγμα για να πηδήξω στο πλάι. Μόλις σηκώθηκα απ’ την τούμπα με το τόξο στο χέρι, είδα πως η Μουνένα είχε ήδη ξεκαβαλικέψει και με κάλυπτε. Και μετά συνειδητοποίησα γιατί κυκλοφορούσε με το φορεματάκι και τον κορσέ και δεν την ένοιαζε ο κίνδυνος. Δεν είδα τι έκανε, αλλά μέσα σε μια στιγμή ήταν καλυμμένη από μια μωβ, ολόσωμη, γυαλιστερή στολή που κόλλαγε στο σώμα της σαν δεύτερο δέρμα.

«Το ‘χεις;» με ρώτησε, χωρίς να πισωκοιτάξει, μιας και άρχιζαν να φαίνονται αυτοί που είχαν στήσει την ενέδρα. Προς το μέρος μας έρχονταν τρεις άντρες, με σπαθιά προτεταμένα. Κοινοί κλέφτες, με στραπατσαρισμένο εξοπλισμό και τεχνική του δρόμου. Δεν φαινόταν πως κάποιος απ’ αυτούς ήταν ο αρχηγός της συμμορίας, αλλά προτίμησα να μην ανησυχήσω.

«Μια χαρά, κάνε δουλειά σου», της απάντησα κι έβαλα το πρώτο βέλος στο τόξο μου.

Ήθελα να κοιτάξω πίσω μου, να δω τον αδερφό μου και την Αμελίνα, να δω αν έρχονταν κι άλλοι, αλλά προείχε να ξεφορτωθούμε αυτούς τους τρεις μπροστά μας, και τ’ άλογα που χλιμίντριζαν και πανικοβάλλονταν δεν βοηθούσαν στο χάος. Σημάδεψα αυτόν που ερχόταν τελευταίος, αφήνοντας στη Μουνένα και τα στιλέτα της αυτούς που ήταν πιο κοντά. Τον βρήκα στον ώμο και του ‘πεσε το σπαθί, ενώ μπροστά μου η Μουνένα εκτόξευσε τα στιλέτα που κρατούσε προς τον τύπο που ερχόταν τρέχοντας κατά πάνω της. Το ένα χτύπησε πάνω στην πανοπλία, αλλά το άλλο του ‘κανε ένα κόψιμο στον λαιμό που άρχισε να αιμορραγεί σε πίδακες. Μέχρι να την φτάσει ο τρίτος, είχε βγάλει τα δυο της σπαθάκια απ’ την πλάτη.

«Εσύ κι εγώ, μανάρι», την άκουσα να λέει, με την ίδια φωνή που είχε χρησιμοποιήσει στο παλικαράκι της ταβέρνας. «Έλα να σου δείξω πώς γίνεται».

Ήθελα κι εγώ πολύ να την δω να του δείχνει πώς γίνεται, αλλά μια κραυγή από πίσω μου μ’ έκανε να γυρίσω το κεφάλι. Η Αμελίνα, ακόμα πάνω στο άλογό της, είχε φάει ένα βέλος στο χέρι κι ούρλιαζε, ενώ ο αδερφός μου, επίσης πάνω στ’ άλογό του, ο ηλίθιος, προσπαθούσε να την καλύψει με την ασπίδα του.

«Τοξότης!» φώναξε το προφανές, κι εγώ προσπάθησα να καταλάβω από πού είχε έρθει το βέλος, πράγμα καθόλου εύκολο, μιας κι η Αμελίνα κουνιόταν συνεχώς απ’ τον πανικό της.

«Κατεβείτε απ’ τ’ άλογα!» φώναξα στον αδερφό μου, κι ένιωσα στην πλάτη μου την πλάτη της Μουνένα.

«Οι τρεις από ‘δω είναι τέζα», μου είπε χαμηλόφωνα, αν και το είχα υποψιαστεί. «Πρέπει να είναι τουλάχιστον άλλος ένας μαζί με τον τοξότη».

Κούνησα το κεφάλι μου, αλλά μετά θυμήθηκα ότι δεν μπορούσε να με δει, οπότε πρόσθεσα μια λεκτική κατάφαση. Δίπλα μου, ο Ραμέρ προσπαθούσε να βοηθήσει την πληγωμένη Αμελίνα να κατέβει απ’ το άλογό της.

«Κάνε τη να σκάσει», είπε η Μουνένα στον αδερφό μου, και την ευχαρίστησα σιωπηλά γι αυτό. Οι φωνές της Αμελίνας έπνιγαν οποιονδήποτε ήχο μπορούσε να προδώσει πού και πόσοι ήταν οι εχθροί μας.

«Πονάει, τι θες να κάνω, να της βάλω φίμωτρο;» έκανε ο Ραμέρ, αλλά μπορούσα να καταλάβω πως μέρος του εκνευρισμού του κατευθυνόταν προς το αντικείμενο του πόθου του που είχε χάσει τ’ αυγά και τα πασχάλια στη μάχη,

«Στ’ αρχίδια μου τι θα κάνεις, Ραμέρ, αρκεί να την κάνεις να σκάσει, γιατί αν δεν σκάσει τον ήπιαμε όλοι».

Δεν είχε σταματήσει να μιλάει, όταν έσκασε το δεύτερο βέλος και τη βρήκε στον γοφό. Δεν θα το είχα καταλάβει, αν δεν είχα ακούσει ένα σιωπηλό «αγκχ» πίσω μου.

«Πού σε βρήκε;» ρώτησα, χωρίς να γυρίσω.

«Στο κωλομέρι, του γαμώ τη μάνα», έκανε πνιχτά, «αλλά το πολύ το ‘φαγε η πανοπλία. Ήρθε απ’ τα δέντρα με τα χαμηλά κλαδιά. Είναι σκαρφαλωμένο, το μουνόπανο».

«Μπορεί οι υπόλοιποι να λακίσουν, αν τον φάμε στα γρήγορα», έκανα, αλλά όσο και να κοιτούσα δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα ανάμεσα στις φυλλωσιές.

Ο Ραμέρ είχε βάλει το χέρι του πάνω στο στόμα της Αμελίνας κι έπνιγε τους λυγμούς και τις φωνές της. Με κοίταξε ανασηκώνοντας τους ώμους του. Όσο η μικρή ήταν σ’ αυτή την κατάσταση, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να την προστατεύει με την ασπίδα του. Δεν είχαμε ελπίδα να τα βάλουμε με ολόκληρη συμμορία.

«Τι κάνουμε;» ρώτησα τη Μουνένα κι ευχαρίστησα για πρώτη φορά τον Ενεάρ που την είχε βάλει στην κεφαλή της ομάδας. Αν ήταν να φάμε το κεφάλι μας, δεν ήθελα με τίποτα να το ‘χω στη συνείδησή μου.

«Δεν μπορούμε να κάτσουμε εδώ να περιμένουμε να μας γαζώσει ο καργιόλης και δεν μπορούμε να κάνουμε ντου οι δυο μας, γιατί δεν ξέρουμε πόσοι και πού είναι. Οπότε βάρα».

«Να βαρέσω. Τι να βαρέσω;»

«Έχε τα μάτια σου ανοιχτά. Θα σκάσει και τρίτο βέλος. Δεν θέλει να σκοτώσει, θέλει να πληγώσει, να προκαλέσει. Θέλει να πάμε προς το μέρος του. Οπότε παίζει ή ενένδρα ή παγίδα και δεν θέλω να μάθω. Αυτό που θέλω είναι να δεις από πού ρίχνει ο καργιόλης και να του ανταποδώσεις σε είδος. Το ‘χεις;»

«Το ‘χω», απάντησα, αν και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι το είχα.

Το τρίτο βέλος ήρθε σφυρίζοντας προς το μέρος μου. Θα μου ‘χε φάει τον ώμο, αν δεν μ’ είχε σπρώξει η Μουνένα, αλλά πρόλαβα να δω από πού ήρθε. Για μια στιγμή είδα να γυαλίζει κάτι στο δέντρο, οπότε δεν δίστασα. Κούμπωσα το βέλος στο τόξο μου κι έριξα. Ακούστηκε μια κραυγή και μετά ένας γδούπος. Μετά βήματα που απομακρύνονταν τρέχοντας.

Δεν τέθηκε ούτε για μια στιγμή ζήτημα καταδίωξης. Με την Αμελίνα να αιμορραγεί και να κλαίει, το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε ήταν ν’ απομακρυνθούμε και να βρούμε ένα μέρος να κατασκηνώσουμε και να περιποιηθούμε τις πληγές μας. Ευτυχώς το άλογό μου ήταν περισσότερο τρομαγμένο και λιγότερο πληγωμένο, οπότε δεν χρειάστηκε να το θυσιάσουμε. Βγάλαμε στα γρήγορα το βέλος απ’ τον ώμο της Αμελίνα και της δέσαμε την πληγή, ενώ ο αδερφός μου πρότεινε να την πάρει στο δικό του άλογο, μήπως λιποθυμήσει απ’ την αιμορραγία. Καθώς έδειχνε ήδη χλωμή, συμφωνήσαμε πως είναι καλή ιδέα και πήραμε στα γρήγορα δρόμο. Λίγη ώρα μετά φτάσαμε σε μια μικρή σπηλιά κι αποφασίσαμε πως ήταν το καλύτερο δυνατό μέρος για να διανυκτερεύσουμε.

Η Μουνένα ανέλαβε να κοιτάξει την πληγή της Αμελίνας. Όσο ήταν σκυμμένη, παρατήρησα πως κι ο δικός της γοφός έδειχνε να χρειάζεται φροντίδα, αλλά θα έτρωγα τη γλώσσα μου πριν προτείνω μόνος μου να βοηθήσω.

Περίμενα ν’ ακούσω τη Μουνένα να βρίζει τη μικρή που έσκουζε ακόμα, αλλά εξεπλάγην.

«Έλα, πρώτο αίμα», της είπε πειραχτικά. «Πονάει σαν πούστης, το ξέρω. Κι εγώ όταν έφαγα το πρώτο βέλος είδα δράκους απ’ τον πόνο. Και δεν είχα ούτε Ραμέρ να με κανακεύει, ούτε Μουνένα με τα μαντζούνια της».

Η Αμελίνα την κοιτούσε μ’ ένα μείγμα δυσπιστίας και ανακούφισης. «Και πώς… πώς έγινε;» ρώτησε, ρουφώντας τη μύτη της.

«Ε, στο λιμάνι της Ντρας. Σαν εσένα ήμουν στα χρόνια, πάνω κάτω, κι έμπλεξα σ’ έναν καυγά με κάτι συμμορίες. Έφαγα ένα βέλος στα πλευρά και τα ‘δα όλα πουά απ’ τον πόνο. Πώς την πάλεψα, ιδέα δεν έχω». Έβγαλε ένα βαζάκι απ’ τον σάκο της κι άρχισε να πασαλείβει το τραύμα, ενώ η Αμελίνα δαγκωνότανε για να μην φωνάξει άλλο.

«Έλα, θα περάσει ο πόνος τώρα», της έκανε η Μουνένα. «Θα σε ζορίζει για καμιά βδομάδα, αλλά έτσι είναι η πρώτη φορά. Πονάει κι έχει αίματα». Της έκλεισε πειραχτικά το μάτι κι ήταν πάλι η Μουνένα.

Η Αμελίνα κοκκίνισε, αλλά σταμάτησε να κλαίει. Κι όταν η Μουνένα της έδεσε την πληγή κι έκανε να φύγει, η μικρή της έπιασε το χέρι. «Συ… συγγνώμη για τα μπλορφ», έκανε.

«Την επόμενη φορά ν’ αφήνεις τα ξόρκια σου για όταν χρειάζεται», της έκανε η Μουνένα, αλλά δεν φαινόταν θυμωμένη. «Αλλά αυτό με τα μπλορφ ήταν καλό κόλπο. Μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε σε μάχη, αν μπορείς να το ελέγξεις. Μπορείς;»

Η Αμελίνα ένευσε.

Όταν η Μουνένα ήρθε προς το μέρος μου και στάθηκε μπροστά μου, προσποιήθηκα ότι τσέκαρα το τόξο μου.

«Και τώρα η σειρά μου, μανάρι», μου ‘κανε με το στραβό της χαμόγελο. Πριν προλάβω να ρωτήσω πώς και τι, σήκωσε το μικροσκοπικό της φουστάκι και μου ‘δειξε το πληγωμένο της μερί. «Κάποιος πρέπει να μου το κάνει κι εμένα μάκια για να γιάνει».

7. Νυχτερινοί Επισκέπτες

Σκοπιές μες τη νύχτα, με όπλα στα χέρια

Με μάτια κι αυτιά ανοιχτά

 

Προστάτης μας ήταν στην χώρα του ονείρου

Αυτός που φυλούσε την πρώτη σκοπιά

 

Θα έπρεπε να το είχα καταλάβει. Δεν υπήρχε κανένας άλλος υπεύθυνος εκτός από μένα, μόνο εμένα, αποκλειστικά εμένα. Και νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που ένιωσα τόσο μεγάλη ντροπή και τόσο πολύ ηλίθιος. Επίσης, παίζει να ήταν η πρώτη φορά που είδα τη Μουνένα να χλωμιάζει.

Δύο μέρες αφού είχαμε περάσει τη λίμνη, όλα ήταν ήσυχα. Θα έπρεπε να είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά, γιατί τα πράγματα ήταν υπερβολικά ήσυχα και αυτό δεν συνέβαινε ποτέ μεταξύ μας. Πάντα κάποιος τσακωνόταν με κάποιον, κατά προτίμηση με τη Μουνένα. Αλλά από κείνο το πρωινό που ξυπνήσαμε δίπλα στην Πέκαλε και πήραμε τον δρόμο προς την Μποντύ, κάτι έμοιαζε να έχει αλλάξει. Βέβαια, τώρα που σ’ τα λέω ξέρω πολύ καλά τι είχε αλλάξει, αλλά τότε δεν έδωσα καμία σημασία. Απλά ευχαριστούσα την καλή μας τύχη που τόσο ο Ραμέρ όσο κι η Αμελίνα είχαν σταματήσει να μουρμουράνε, να γκρινιάζουν και να τρώγονται με το Πασπαρτού.

Εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία για να ηρεμήσω, να σταματήσω να κάνω τον διαιτητή ανάμεσά τους και ν’ απολαύσω την διαδρομή. Σκεφτόμουν στίχους και μελωδίες, ιστορίες, ξέρεις τώρα. Οι ομορφιές της φύσης και οι πληγωμένες καρδιές είναι βούτυρο στο ψωμί κάθε βάρδου που σέβεται τη φήμη του. Το δεύτερο βράδυ κάθισα να γράψω μερικούς στίχους που με κλωθογυρνούσαν όλη μέρα και κράτησα σημειώσεις για μελωδικές γραμμές. Μάλιστα προθυμοποιήθηκα να φυλάξω εγώ την πρώτη σκοπιά, για ν’ αφήσω να κατασταλάξουν αυτά που είχα γράψει. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως ήμουν λίγο αφηρημένος, ενώ δεν έπρεπε. Πολλά δεν έπρεπε, αλλά αυτό ήταν το πρώτο.

Το δεύτερο ήταν πως μου πήρε μερικές στιγμές στις οποίες δεν πίστευα στα μάτια μου για να βάλω φωνή και να ξυπνήσω τους υπόλοιπους. Αλλά πες μου, όχι πες μου, εσύ πώς ακριβώς θ’ αντιδρούσες αν ξαφνικά συνειδητοποιούσες πως μια αρμαθιά βράχοι και πέτρες κινούνταν προς το μέρος σου; Νόμιζα πως μ’ είχε πάρει ο ύπνος, δεν εξηγούνταν διαφορετικά. Μέχρι που μια πέτρα εκτοξεύτηκε πάνω μου και με βρήκε στον ώμο, καθόμουν και χάζευα. Μετά έβαλα μια φωνή, μια ακόμα και μια τρίτη. Ε, ξύπνησαν.

Νομίζω πως το θέαμα που παρουσιάζαμε ήταν επιεικώς γελοίο, μιας και ο καθένας είχε πάρει τ’ όπλο του, εγώ το τόξο μου, η Μουνένα τα στιλέτα της, ο αδερφός μου το σπαθί και την ασπίδα του κι η Αμελίνα τον αδερφό μου γι ασπίδα, και προσπαθούσαμε να πιστέψουμε τα μάτια μας και να βρούμε έναν τρόπο ν’ αντιμετωπίσουμε πέτρες και βράχους που μας επιτίθονταν.

Έχω βρεθεί σε αρκετές μάχες στην ζωή μου, αλλά καμία δεν μπορεί να συγκριθεί με την πλήρη ανικανότητα που ένιωσα εκείνο το βράδυ. Αν σου επιτίθενται ληστές, ένα βέλος στην καρδιά και τέλος. Αρκούδες, λύκοι, το ίδιο. Οποιοδήποτε πλάσμα, τέρας, φυτό, έχει ένα αδύναμο σημείο κι η γνώση αυτού ήταν το δικό μου δυνατό σημείο. Όμως πέτρες και βράχοι; Πώς σκατά σκοτώνεις πέτρες και βράχους; Ο Ραμέρ έκανε την καλύτερη δουλειά απ’ τους τέσσερις αποκρούοντας τις πέτρες με την ασπίδα του και προστατεύοντας την Αμελίνα, ενώ εγώ κι η Μουνένα είχαμε εισπράξει μερικές πετριές, παρά τις τούμπες που κάναμε για να τις αποφύγουμε. Σύντομα πέταξα το τόξο μου για να μπορώ να κάνω καλύτερες μανούβρες, ενώ η Μουνένα έπαιζε το κρυφτούλι με μια πέτρα που άνετα θα μπορούσε να την αφήσει σέκο. Στο τέλος κατάφερε να την βουτήξει, την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της και κυλίστηκε μαζί της στο χώμα. Η πέτρα κλώτσαγε, αλλά το Πασπαρτού την κράταγε γερά κάτω.

«Και τώρα οι δυο μας, μωρή καργιόλα», μούγκρισε. «Για να δούμε, τι κωλόπραμα είσαι;»

Πριν δούμε οτιδήποτε, όμως, η «μάχη» τέλειωσε όσο ξαφνικά είχε αρχίσει. Όλες οι πέτρες και οι βράχοι έπεσαν ακίνητοι στο χώμα κι έμειναν εκεί. Η Μουνένα σήκωσε την κοτρώνα που κρατούσε, αλλά δεν είχε καμία διαφορά από μια φυσιολογική, μεγάλη πέτρα. Την ξαναπέταξε στο χώμα και σηκώθηκε.

Κοιταχτήκαμε λαχανιασμένοι, σκονισμένοι και πληγωμένοι. Και αρκετά τρομαγμένοι.

«Τι σκατά ήταν αυτό;» ρώτησε η Μουνένα κοιτάζοντάς με.

Ανασήκωσα τους ώμους μου και παρατήρησα πως είχε μια μεγαλούτσικη πληγή στο δεξί της πόδι που αιμορραγούσε.

«Μπλορφ;» έκανε η Αμελίνα και με κοίταξε. Στα μάτια. Όμως τελείως στα μάτια. Κι εκεί θα έπρεπε να είχα καταλάβει πολύ περισσότερα απ’ το τίποτα που κατάλαβα.

Διχασμένος ανάμεσα στο να συνεχίσω το δούλεμα ή να αποκαλύψω το δούλεμα, δεν είπα τίποτα, μόνο άνοιξα τον σάκο μου για να βγάλω από μέσα γάζες και μαντζούνια. Η ασπίδα είχε προστατέψει τον αδερφό μου και την Αμελίνα, αλλά η Μουνένα κι εγώ ήμασταν γεμάτοι χτυπήματα και κοψίματα και μας πήρε αρκετή ώρα μέχρι ν’ αποφασίσουμε πως ο πόνος και το τσούξιμο ήταν περισσότερα απ’ τη ζημιά.

6. Μπλορφ

Παράξενα πλάσματα στο διάβα μας βρεθήκαν

Όντα πλασμένα απ’ αέρα, γη, νερό, φωτιά.

 

Κάτω απ’ τον ήλιο και τα δίδυμα φεγγάρια

Ποιος ξέρει όλης μας της γης τα μυστικά;

 

Μιας κι ο αδερφός μου έγινε μπλαβής και μόνο στην ιδέα να κάνει «ευγενές πέσιμο» στην Αμελίνα, η επόμενη λύση ήταν να ξεκωλωθούμε στο τρέξιμο, να μην έχει κανείς μας κουράγιο ούτε να φάει, πόσο μάλλον να φαντασιώνεται. Παραδόξως, κανείς δεν παραπονέθηκε γι αυτή την αναίτια επιτάχυνση.

«Αύριο φτάνουμε στα σύνορα με την Μποντύ», μας είπε το βράδυ το Πασπαρτού, καθώς τρώγαμε δυο ψητά κουνέλια που ‘χε κατεβάσει ο αδερφός μου.

«Δεν γλυτώνουμε τη λίμνη, έτσι δεν είναι;» είπα, καθώς θυμήθηκα τον χάρτη που μας είχε σχεδιάσει η Μουνένα για την διαδρομή.

«Γλυτώνουμε την πλευρά που θέλουμε. Οι νομάδες ζουν στ’ ανατολικά της Πέκαλε και του Δαλέρου, εμείς θα περάσουμε απ’ τα δυτικά της λίμνης κι ούτε που θα δούμε το ποτάμι».

«Νομάδες; Προσπαθούμε ν’ αποφύγουμε νομάδες;» ρώτησε ο αδερφός μου, μ’ όση πολεμική περιφρόνηση μπορούσε να φορτώσει στη φωνή του.

«Προσπαθούμε ν’ αποφύγουμε νομάδες που αυτή την περίοδο θ’ ανεβαίνουν τα βουνά για να πάνε στην Πέκαλε και να κάνουν τις ετήσιες ανθρωποθυσίες τους. Οι οποίες, πίστεψέ με, περιλαμβάνουν οποιονδήποτε περαστικό, μιας κι είναι ζήτημα τιμής να χυθεί αίμα στη λίμνη. Δεν θέλω να προσβάλλω τα προσόντα και τις ικανότητές σου, άντρακλά μου, αλλά δεν θέλω να ρισκάρω να σου κόψει κανας βάρβαρος την τσουτσού και να κλαίνε μετά οι κορασίδες», έκανε το Πασπαρτού με το συνηθισμένο της χαμόγελο.

Ο Ραμέρ πήρε την συνηθισμένη απόχρωση του κόκκινου.

«Η Μουνένα έχει δίκιο», πρόλαβα να παρέμβω, βλέποντας πως το χέρι του αδερφού μου πλησίαζε επικίνδυνα το σπαθί του. «Μας περιμένουν αρκετοί κίνδυνοι στον δρόμο μας, δεν χρειάζεται να προκαλούμε την τύχη μας. Έχουμε έναν σκοπό, Ραμέρ, κι αυτός είναι να πάμε στα ερείπια της Μπραν’Αρέδ και να βρούμε το μαχαίρι. Όχι ν’ αποδείξουμε πόσο καλοί πολεμιστές είμαστε».

Η συζήτηση τέλειωσε επιτόπου, με τον αδερφό μου να σηκώνεται γρυλίζοντας και να πηγαίνει για ύπνο. Σύντομα διαλυθήκαμε κι οι υπόλοιποι, εκτός απ’ τη Μουνένα που έστριψε τσιγάρο, άραξε με την πλάτη ακουμπημένη στον κορμό ενός δέντρου, κι ανέλαβε την πρώτη βάρδια.

Η λίμνη Πέκαλε ήταν τεράστια. Τόσο μεγάλη που θα μπορούσε κάλλιστα να περάσει για θάλασσα. Νερό μέχρι το τέλος του ορίζοντα, μια πυκνή ομίχλη που χόρευε πάνω του, κάτι γκρίζοι όγκοι που ξεπετάγονταν μέσα απ’ την ομίχλη και το τελευταίο φως του ήλιου να στραφταλίζει παντού. Η κρύα υγρασία του βουνού έμπαινε στα ρουθούνια μας και καθάριζε τα πνευμόνια μας. Ήθελα τόσο πολύ να βουτήξω, αλλά ήξερα πως τα νερά της ήταν πολύ κρύα.

«Τι ‘ν’ αυτά;» ακούστηκε η φωνή της Αμελίνας, λεπτή και διστακτική δίπλα στ’ αυτί μου.

Ακολούθησα το υψωμένο δάχτυλο με το βλέμμα μου κι είδα πως μου έδειχνε τους γκρίζους όγκους που υψώνονταν μέσα απ’ την ομίχλη.

«Μπλορφ», απάντησα, πριν μπορέσω να συγκρατηθώ. Γύρισα το κεφάλι μου κι είδα και την Αμελίνα και τη Μουνένα να με κοιτάζουν, αν κι οι εκφράσεις τους ήταν πολύ διαφορετικές. «Είναι πλάσματα της λίμνης, κατοικούν στον βυθό της, αλλά βγαίνουν πάντα για να χαιρετίσουν το πρώτο φως της ανατολής και το τελευταίο του δειλινού».

Η Αμελίνα χαμογέλασε. «Τι όμορφα», έκανε μ’ ονειροπόλα φωνή κι αναστέναξε. «Θα τα ενοχλήσω αν ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου;»

«Δεν νομίζω», απάντησα, προσπαθώντας να μην κάνω καμία γκριμάτσα.

Η Αμελίνα άφησε ένα μικρό γελάκι και πήγε να βρει ένα σημείο που θα μπορούσε να πλυθεί.

«Μπλορφ;» ακούστηκε η φωνή της Μουνένα. Στην χροιά της αναγνώρισα το ότι δεν θα έλεγε ποτέ στην Αμελίνα πόσο άγρια κι εύκολα την είχα δουλέψει.

«Ιδέα δεν έχω τι είναι τα μπλορφ», απάντησα τάχα μου συνωμοτικά, δείχνοντας με το βλέμμα τους ακίνητους, γκρίζους βράχους που έλαμπαν στο δειλινό.

Η Μουνένα έριξε πίσω το κεφάλι της και γέλασε.

«Το ‘χεις, αγαπητέ μου», είπε, ρίχνοντάς μου μια τσιμπιά στο κωλομέρι. «Το ‘χεις εύκολα».

Μου ‘κλεισε το μάτι στο λυκόφως κι απομακρύνθηκε, αφήνοντάς με μόνο μου να κοιτάζω, σαν τα μπλορφ κι εγώ, το τελευταίο φως του ήλιου στη λίμνη.

5. Της νύχτας τα καμώματα

Είναι τ’ αστέρια που κεντάνε τις νύχτες

Που τραγουδάνε στων ονείρων τους σκοπούς

 

Είν’ τα φεγγάρια τα δίδυμα που βλέπουν

Και το σκοτάδι και το φως.

 

Μετά τα περιστατικά στο Ρέσακο, τα οποία κανείς δεν ήθελε ή τολμούσε να σχολιάσει, δεν ξανακούστηκε διαμαρτυρία για την παραμονή στον δρόμο. Εξάλλου, τα πάντα φαίνονταν προτιμότερα απ’ το να παρακολουθήσουμε ξανά το Πασπαρτού σε δράση.

Βέβαια, δεν μπορούσα να μην παρατηρήσω το πώς άλλαξε το βλέμμα του αδερφού μου. Όπως κι η Αμελίνα, έτσι κι ο Ραμέρ δεν ήταν κανας εξπέρ στα οριζόντια σπορ. Δεν ήταν παρθένος, μη λέμε μαλακίες, αλλά δεν είχε ούτε αέρα, ούτε εμπειρία, κι η συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες ήταν μια μίξη από δειλία, υπεροψία και παντελή έλλειψη κατανόησης. Το οποίο σημαίνει ότι την Μουνένα δεν ήξερε πώς να την κοιτάξει απ’ την αρχή. Πόσο μάλλον τώρα, που ανάμεσα σ’ όλα τα υπόλοιπα είχαν προστεθεί και κάποιες φαντασιώσεις. Δεν μου είχε πει τίποτα, αλλά λίγοι είναι αυτοί που θα γίνονταν μάρτυρες σ’ εκείνη την σκηνή και δεν θα είχαν φαντασιώσεις με το Πασπαρτού.

Δεδομένου του γεγονότος ότι κι εγώ είχα βάλει μέσα στις προτεραιότητές μου να δοκιμάσω τον συγκεκριμένο παράδεισο, ενώ η Αμελίνα έδειχνε σημάδια μιας πολύ έντονης φαγούρας, τα πράγματα φαίνονταν αρκετά περίπλοκα. Οπότε, ανάμεσα σ’ όλη αυτή την ένταση, οι κουβέντες που ανταλλάσσονταν ήταν μετρημένες.

Δυο βράδια μετά, κι ενώ φυλούσα σκοπιά, είδα την Αμελίνα να σηκώνεται όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και να με πλησιάζει, τυλιγμένη στην κουβέρτα της. Βολεύτηκε δίπλα μου χωρίς να μιλήσει και απλά κοίταζε την φωτιά. Δεν μπήκα στον κόπο να της πω να πάει να κοιμηθεί. Απλά μαζεύτηκα κι άρχισα να σκέφτομαι τι δικαιολογίες θα έβρισκα αν προσπαθούσε να κάνει κάποια κίνηση.

«Τι της βρίσκουν;» ρώτησε, ξαφνιάζοντάς με. Τόσο πολύ είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου που δεν κατάλαβα σε τι αναφερόταν.

«Ποιας;» ψιθύρισα.

«Της Μουνένα», είπε και την έδειξε με το σαγόνι της. «Όπου και να πάμε, την κοιτάζουν σαν χάνοι. Όποιος και να της γυαλίσει, μέσα σε μια στιγμή τον κάνει ό,τι θέλει. Και δεν είναι να πεις ότι είναι πολύ όμορφη. Μέχρι κι ο αδερφός σου…»

Εκεί σταμάτησε και δαγκώθηκε. Μου ‘ριξε ένα πλάγιο βλέμμα και στο φως της φωτιάς την είδα να κοκκινίζει.

«Αμελίνα μου», ξεκίνησα κι αμέσως μ’ έβρισα για το κτητικό, «για το είδος της προσοχής που επιθυμεί, η Μουνένα έχει όλα όσα χρειάζεται».

«Σαν να τους κάνει μάγια είναι», ψιθύρισε, χωρίς να παίρνει το βλέμμα της απ’ το κοιμισμένο κεφάλι του Πασπαρτού.

Τι να της εξηγούσα τώρα, από πού να το ‘πιανα και πού να τέλειωνα.

«Είναι ένα ταλέντο», είπα τελικά, ανασηκώνοντας τους ώμους μου. «Σαν να παίζεις μουσική, όπως εγώ, ή να μπορείς να κάνεις ξόρκια, όπως εσύ».

«Τόσο απλό;»

«Όσο απλό είναι να κάνεις ξόρκια, αν το ‘χεις μέσα σου κι έχεις εξασκηθεί», είπα προσεκτικά.

Η Αμελίνα κούνησε το κεφάλι της, συνεχίζοντας να κοιτάζει τη Μουνένα, σχεδόν με πείνα.

«Βρε καλό μου, μην ζηλεύεις τη Μουνένα. Σου ρίχνει δέκα χρόνια σχεδόν, κι επιπλέον είναι ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος από σένα. Θέλει διαφορετικά πράγματα».

«Κι εσύ πού ξέρεις τι θέλω εγώ;» μου πέταξε ξαφνικά και με κοίταξε, μ’ ένα βλέμμα που κολυμπούσε ανάμεσα στην απελπισία και τον θυμό. «Τίποτα δεν ξέρεις».

Και μ’ αυτό μ’ άφησε κι έφυγε, γυρίζοντας στο στρώμα της. Και για όση ώρα κράτησε η πολύ αμελής βάρδιά μου, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο σκατά έδειχναν όλα να πηγαίνουν και πώς θα εκτονωνόταν όλη αυτή η ένταση που συσσωρευόταν μέρα με τη μέρα. Σχεδόν ευχόμουν να συμβεί κάτι, να μας την πέσουν αρκούδες, ξέρω ‘γω, ληστές ή ό,τι άλλο, προκειμένου να ξεσπάσουμε όσα είχαμε μαζεμένα. Και το χειρότερο απ’ όλα, ήταν πως δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν, δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με κανέναν. Έτσι καθόμουν και κοιτούσα τις φλόγες κι αναρωτιόμουν αν ήμουν η μόνη φωνή λογικής που παρέμενε στην συντροφιά μας.

Την επόμενη νύχτα, ήταν ο Ραμέρ που αποφάσισε να παραμείνει ξύπνιος και στην δική μου βάρδια. Το ‘βλεπα να ‘ρχεται και προσπαθούσα να προετοιμαστώ.

«Είμαι ερωτευμένος», είπε, χύμα και τσουβαλάτα κι εγώ, άθελά μου, έβαλα τα γέλια.

«Καυλωμένος είσαι, ρε μαλάκα, όχι καψούρης», του είπα, όσο πιο σιγά μπορούσα.

Ο Ραμέρ κοκκίνισε και γούρλωσε τα μάτια του.

«Πώς…»

«Χέσε μας, δεν μιλάς για καμιά παρθένα πριγκιπέσσα, ούτε αισθάνεσαι κάτι διαφορετικό από την πλειοψηφία των αρσενικών που την βλέπουν».

«Αρούλ!» έκανε μ’ έναν έντονο ψίθυρο. «Είσαι σίγουρος γι αυτό;»

«Για ποιο απ’ όλα;»

«Πως όλοι την επιθυμούν;»

«Καλά, ρε, στραβός είσαι; Δεν βλέπεις πώς την κοιτάνε;»

«Την Αμελίνα;»

Εκεί σκάλωσα.

«Στάσου, στην Αμελίνα αναφέρεσαι;»

«Μα φυσικά, σε ποια άλλη;»

«Τι σε ποια άλλη, ρε Ραμέρ, που έχεις κάνει τετράδυμα με το βλέμμα στο Πασπαρτού!» είπα, μην μπορώντας να συγκρατήσω τόσες αντιφατικές πληροφορίες.

Ο αδερφός μου κοκκίνισε και κοίταξε την φωτιά.

«Δεν λέω πως δεν έχω επιθυμήσει σωματικά τη Μουνένα», είπε, μισομασώντας τα λόγια του, «αλλά τα αισθήματά μου για την Αμελίνα είναι πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά».

Μάλιστα. Και μέσα σ’ όλο αυτό το μπλέξιμο, το μόνο που κατάφερα ήταν να θάψω τα μούτρα μου στα χέρια μου και ν’ αναστενάξω. Και να μην μιλήσω άλλο.

Οπότε, την επόμενη νύχτα ήταν η σειρά μου να ξαγρυπνήσω.

«Για δεν κοιμάσαι, ρε μαλάκα;» με υποδέχτηκε το Πασπαρτού μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, όταν βολεύτηκα δίπλα της. «Κάνεις διαγωνισμό με τους άλλους δύο ποιος θα ‘ναι πιο κομμάτια το πρωί;»

Προφανώς.

«Πρέπει να μιλήσουμε», είπα σιγά, και χωρίς να περιμένω απάντηση, της αράδιασα τις δύο συζητήσεις. Το βλέμμα της, παιχνιδιάρικο, γελαστό, πήγαινε απ’ τον ένα στον άλλο όσο της μιλούσα.

«Μανάρι», είπε στο τέλος, κι η φωνή της ήταν αλλιώτικη, «γιατί δεν λες στον Ραμέρ να κάνει ένα ευγενές πέσιμο στη μικρή; Αφού την έχει βαρέσει η παρθενιά στο κεφάλι, το μόνο που χρειάζεται για να ξεκολλήσει από πάνω σου, είναι να καψουρευτεί κάποιον άλλον. Και η μισή της καψούρα θα είναι το γεγονός και μόνο πως κάποιος την γουστάρει. Όλα τα προβλήματά μας θα λυθούν», έκανε μ’ ένα κλείσιμο του ματιού που μου φάνηκε γεμάτο υπονοούμενα.

Πριν η στύση μου φτάσει στα μάτια, κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και γύρισα στο μαξιλάρι μου. Λίγο πριν καταφέρει να με πάρει ο ύπνος συνειδητοποίησα πως εδώ και μέρες είχα σχεδόν ξεχάσει μέχρι και την αποστολή μας. Έμεινα λίγες στιγμές ακόμα ξύπνιος καταλαβαίνοντας πως δεν ήμουν ο μόνος. Αλλά δυο ανάσες μετά, μ’ είχε πλακώσει ο ύπνος.

4. Όλο Δουλειά

Κανείς δεν έχει γευτεί κρασί πιο γλυκό

απ’ τη σαγήνη που προσφέρουν δυο μάτια βιολετιά.

 

Ποτέ να μην πεις πως γνωρίζεις πάθος

Αν στο Ρέσακο δεν ήσουνα καλοκαιριού βραδιά.

Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να περιγράψω τι και πώς συνέβη στο Ρέσακο. Θα ήθελα να το προσπεράσω, αλλά νομίζω ότι δεν θα μου επιτραπεί. Σωστά; Σωστά. Αλλά προειδοποιώ πως οποιαδήποτε μικρή αίσθηση ευπρέπειας έχει περισωθεί στη μέχρι τώρα αφήγησή μου, θα πάρει τα νταντελένια μπογαλάκια της και θα πάει στον αγύριστο. Και δε νομίζω πως υπάρχει αρκετά έντονο κόκκινο για να περιγράψει το χρώμα που είχε το πρόσωπο της Αμελίνας εκείνο το διάστημα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.

Το τεράστιο, πέτρινο ρολόι που ήταν το σήμα κατατεθέν του Ρέσακο μόλις είχε δείξει μεσημέρι όταν φτάσαμε στην πλατεία, ιδρωμένοι, βρωμεροί και ταλαιπωρημένοι. Το πανδοχείο που ήξερε η Μουνένα ονομαζόταν “Πέτρινα Φτερά” -καθόλου ταιριαστό όνομα για πανδοχείο, αν με ρωτήσεις- και βρισκόταν καταχωνιασμένο πεντ-έξι στενά μακριά απ’ την πλατεία. Με μια πρώτη ματιά, δε γέμιζε το μάτι. Ήταν πέτρινο, προφανώς, όπως κι όλα τα κτίσματα του Ρέσακο, μιας και τα κοντινά βουνά ήταν τίγκα στον γρανίτη, αλλά ούτε μεγάλο το έλεγες, ούτε καλοδιατηρημένο. Είχε στάβλο και σταβλίτη, όμως, και μπόλικο σανό και νερό για τα δύσμοιρα ζωντανά που τα ‘χαν φτύσει όσο κι εμείς. Και το εσωτερικό του δεν ήταν καθόλου άσχημο, μπορώ να πω. Ήταν δροσερό, γεμάτο γαργαλιστικές μυρωδιές ψητού, οι πελάτες του ήταν λιγότερο φωνακλάδες κι ολόκληρος ο χώρος έζεχνε ευχάριστα. Μη με παρεξηγείς, κατανοώ ότι δεν υπάρχει πραγματικά ευχάριστη μπόχα, αλλά αν ανήκεις στη φάρα μας κι έχεις ταξιδέψει χωρίς άμαξες και χρυσάφι για πέταμα, γρήγορα μαθαίνεις ν’ αγαπάς αυτή την ελαφριά μυρωδιά απλυσιάς, ιδρώτα, τσαγκού λίπους και χυμένης μπύρας. Σημαίνει καταφύγιο απ’ την βροχή, ασφάλεια από ληστές, γεμάτο στομάχι και ξεκούραση. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να σημαίνει και λίγη διασκέδαση. Αν είσαι άτυχος, ή έχεις μαζί σου τη Μουνένα, μπορεί να σημαίνει πολλή διασκέδαση. Ενίοτε περισσότερη απ’ όση μπορείς ν’ αντέξεις.

Μετά από διαπραγματεύσεις, καταλήξαμε πως το σοφότερο θα ήταν να πάρουμε μόνο ένα δωμάτιο. Η Αμελίνα είχε αρχίσει να ροδίζει, αλλά δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στην κοινή λογική που έλεγε να ξοδέψουμε όσο λιγότερα χρήματα γίνεται, γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Εξάλλου και στον δρόμο όλοι μαζί κοιμόμασταν. Αφού την καταφέραμε να συμφωνήσει, αφήσαμε τις διαπραγματεύσεις στο Πασπαρτού, που περπατούσε μέσα στο πανδοχείο σαν στο σπίτι της -αν είχε σπίτι, που πολύ αμφιβάλλω.

Λοιπόν, μας είχε πει ότι “είχε ξαναμείνει” σ’ αυτό το πανδοχείο. Ναι. Πλησίασε τον πανδοχέα, που καθάριζε την μπάρα του, τραβώντας τα περισσότερα βλέμματα στις σειάμενες λαγόνες της.

«Σάκφε!» είπε αρκετά δυνατά, κι η φωνή της τράβηξε τα λιγοστά βλέμματα που τα πισινά της είχαν αποτύχει να τραβήξουν. Πάνω στην ώρα, μιας κι έγειρε  στον πάγκο κι αποζημίωσε τους πάντες για τις χαμένες σκέψεις τους.

«Μουνένα», απάντησε μ’ ένα χαμόγελο ο πανδοχέας. «Πίσω κιόλας;»

«Τι να πω, δουλειά, δουλειά, όλο δουλειά», του είπε με προσποιητό παράπονο. «Όλοι με χώνουν και κανείς δε μ’ αγαπάει».

Ο πανδοχέας γέλασε μ’ ένα γουργουριστό γέλιο που βγήκε απ’ την ευτραφή κοιλιά του σαν νερό απ’ το πηγάδι, γάργαρο κι άφθονο.

«Τι θέλει το Πασπαρτού μου; Πες το κι είναι δικό σου».

«Ένα δωμάτιο μονάχα θέλω», είπε και κούνησε το κεφάλι της προς τη μεριά μας.

Ο πανδοχέας –κι όλο το πανδοχείο μαζί του- γύρισε και μας κοίταξε. Ένιωσα το βλέμμα του να μας μετράει λες και μας ετοίμαζε φέρετρα. Στάθηκε περισσότερο πάνω σ’ εμένα και τον αδερφό μου και μας έντυσε με καχυποψία, πασπαλισμένη με αρκετό φθόνο.

«Για όλους;»

«Δουλειά», επανέλαβε το Πασπαρτού, βγάζοντας τη λέξη μέσα από έναν αναστεναγμό ικανό να πνίξει δυο χήρες.

Κι εγώ έκανα για μια στιγμή τη σκέψη ότι η δουλειά θα την συγκρατούσε μέσα σε κάποια όρια ευπρέπειας. Ο αφελής.

Το πρώτο πράγμα που εκμεταλλευτήκαμε όλοι ήταν το λουτρό. Τα Πέτρινα Φτερά μπορεί να μην μου είχαν γεμίσει το μάτι αρχικά, όμως διέθεταν ένα πολύ αξιόλογο λουτρό, με ζεστά και κρύα νερά, αρωματισμένα σαπούνια και πεντακάθαρες πετσέτες. Κανείς μας δεν βιάστηκε ν’ αποχωριστεί το νερό κι όταν ξανασυναντηθήκαμε στο μικρό μας δωμάτιο, κοιτάξαμε με μια μικρή αηδία το βουνό από λερωμένα ρούχα που είχαμε στοιβάξει σε μια γωνία κι αποφασίσαμε πως θα σπαταλούσαμε δυο ασημένια νομίσματα στην πλύστρα.

Καθαροί, φρεσκοντυμένοι και πεινασμένοι, κατεβήκαμε στην κοινή αίθουσα για το δείπνο. Τόσο καλή ήταν η διάθεσή μας που κανείς δεν προσπάθησε να τσακωθεί με κανέναν κι όλοι χαμογελούσαν. Κάτσαμε σ’ ένα τραπέζι και παραγγείλαμε φαγητό και μπύρα. Η Αμελίνα είχε βολευτεί δίπλα μου κι ο αδερφός μου προσπαθούσε να μεγεθύνει στο μέγιστο δυνατό την απόστασή του απ’ το Πασπαρτού. Μπορεί να μην το ξέρει, αλλά ήταν τυχερός. Εγώ που καθόμουν απέναντι απ’ την Μουνένα, έπρεπε να καταβάλω πολύ μεγάλη προσπάθεια για να μην μιλάω με το βαθύ και κολασμένο ντεκολτέ της. Όχι πως θα πείραζε την ίδια. Αυτοί που θα ενοχλούνταν θα ήταν το άλλο μισό της παρέας μας.

Σ’ εκείνο το σημείο, θα είχα καταλάβει πως η Αμελίνα είχε τσιμπηθεί μαζί μου, ακόμα κι αν ήμουν τυφλός ή ηλίθιος. Είχε μόλις συμπληρώσει τα δεκαεφτά κι εγώ κόντευα τα εικοσιπέντε. Ήταν καταφανώς παρθένα κι εγώ σχεδόν επαγγελματίας ερωτύλος. Νόμιζε ότι η ζωή ήταν ροζ κι εγώ είχα διευρύνει την χρωματική μου παλέτα. Κοινώς, δεν κρυβόταν. Με τίποτα. Αν ήμασταν στην πόλη κι ήταν απλά μια πανέμορφη κοπελίτσα μέσα στο πλήθος, τίποτα δεν θα μου ήταν πιο ευχάριστο απ’ το να την εισάγω αξιοπρεπέστατα στον έρωτα και να την εκπαιδεύσω. Όμως δεν χρειάζεται πολύ μυαλό ή εμπειρία για να καταλάβεις γιατί θα προτιμούσα να τον κόψω απ’ τη ρίζα παρά να πηδήξω τη μικρή σ’ εκείνη τη φάση. Πολλά θα μπορούσαν να πάνε τελείως σκατά και τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει καλά. Οπότε προσπαθούσα να την αγνοήσω ευγενικά. Κι ο μόνος τρόπος που βρήκα να το κάνω, ήταν να πιάσω την κουβέντα στη Μουνένα απέναντί μου.

«Λοιπόν; Τι λέει το σχέδιο για τη συνέχεια;» τη ρώτησα μ’ εύθυμη αδιαφορία.

«Για τη συνέχεια της νύχτας ή για τη συνέχεια του ταξιδιού;» με ρώτησε μ’ ένα πειραχτικό χαμόγελο και το βλέμμα της ταξίδεψε φευγαλέα και γεμάτο νόημα στην Αμελίνα.

Έβηξα σαν ηλίθιος, σίγουρος πως ό,τι κι αν σκεφτόμουν, η δική της σκέψη το είχε προσπεράσει μαζί μ’ όλες τις πιθανές παραλλαγές του.

«Του ταξιδιού», είπα όσο πιο στεγνά μπορούσα.

Η Μουνένα έριξε ένα κοφτό γελάκι κι ήπιε μια γουλιά μπύρα.

«Η επόμενη βδομάδα θα ‘ναι λίγο ζόρικη», είπε, ξαφνιάζοντάς με. Δεν περίμενα ν’ απαντήσει σοβαρά. «Πρέπει να έχουμε μπει στην Μποντύ πριν την πανσέληνο του Λεσούν».

«Γιατί;»

Μας διέκοψαν τα πιάτα με το φαγητό που σερβιρίστηκαν ανάμεσά μας. Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς, μόνο απολαμβάναμε ζεστό, φρεσκομαγειρεμένο ελάφι με ψητά μανιτάρια, αφράτο ψωμί και δροσερή μπύρα. Μικρές απολαύσεις που μόνο όσοι έχουν περάσει καιρό στον δρόμο μπορούν να εκτιμήσουν όσο τις αξίζουν.

«Τελικά δεν μου είπες», συνέχισα αφού τα πιάτα είχαν απομακρυνθεί κι απολαμβάναμε το τρίτο ποτήρι μπύρας.

Η Μουνένα σήκωσε το κεφάλι απ’ το τσιγάρο που έστριβε και με κοίταξε ερωτηματικά.

«Γιατί πρέπει να ‘χουμε μπει στην Μποντύ πριν την πανσέληνο του Λεσούν;» ξαναρώτησα.

Χαμογέλασε κι άραξε πίσω στην καρέκλα, τεντώνοντας τα μακριά της πόδια κάτω απ’ το τραπέζι.

«Όλο δουλειά, δουλειά, δουλειά», έκανε με το στραβό της χαμόγελο, κι ακούστηκε ίσα ίσα πάνω απ’ τη φασαρία του πανδοχείου. «Για βάρδος, είσαι λιγότερο ανέμελος απ’ όσο περίμενα. Πού είναι τα τραγούδια σου, πού είναι το διάσημο λαούτο;»

«Έχουν πληγιάσει τα χέρια μου απ’ τα γκέμια», παραδέχτηκα. Η αλήθεια είναι πως μου ‘χε λείψει το λαούτο μου, αλλά δεν τολμούσα να παίξω σ’ αυτή την κατάσταση. Έχω κάποια υπόληψη.

Η Μουνένα τράβηξε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο της και μου ‘κανε νόημα ν’ απλώσω το χέρι μου προς το μέρος της. Πίσω απ’ τον καπνό, πήρε την παλάμη μου ανάμεσα στις δικές της και την κοίταξε. Δίπλα μου ένιωθα το βλέμμα της Αμελίνας να τρυπάει την παλάμη μου και το Πασπαρτού μαζί. Η Μουνένα πρέπει να το κατάλαβε, γιατί οι κινήσεις της, γρήγορες και κοφτές στην αρχή, αντικαταστάθηκαν από ένα αργό χάδι.

«Τι μπορούμε, άραγε, να κάνουμε γι αυτά τα πληγιασμένα χεράκια;» έκανε με νάζι, σχεδόν, και σήκωσε το βλέμμα της στην Αμελίνα.

«Να τ’ αφήσουμε ήσυχα», απάντησε μέσα απ’ τα δόντια της η μικρή και κέρδισε ένα φαρδύ μειδίαμα απ’ το Πασπαρτού που μου επέστρεψε την παλάμη μου.

«Εγώ λέω να τους δώσουμε καμιά καλή αλοιφή, τι λες;» την ρώτησε, κλείνοντας το μάτι της.

Η Αμελίνα δεν μπορούσε να καταλάβει αν υπήρχε κάποιο υπονοούμενο και τι θα μπορούσε να είναι αυτό, αλλά, για παν ενδεχόμενο, κοκκίνισε.

Κάπου εκεί η συζήτηση έληξε και το χέρι μου επέστρεψε στον ιδιοκτήτη του, μιας κι η προσοχή της Μουνένα πέταξε σαν σαΐτα μακριά μας. Δεν μπορούσα να δω πού, τουλάχιστον όχι όσο διακριτικά ήθελα. Θα μπορούσα, όμως, να ορκιστώ ότι είχε σταμπάρει σερνικό και το μέτραγε οριζοντίως και καθέτως. Μην δε παρεξηγήσεις, δεν εννοώ ότι φλέρταρε. Το Πασπαρτού μπορεί να φλέρταρε με την συχνότητα που ανέπνεε, αλλά αυτό που έπαιζε στο βλέμμα της εκείνη την ώρα ήταν ωμή κι απροκάλυπτη λαγνεία. Όχι ερωτική επιθυμία. Περισσότερο έμοιαζε με το βλέμμα της γάτας την ώρα που κοζάρει το πουλί στο δέντρο. Μετρούσε πότε και πώς θα επιτεθεί. Η Αμελίνα κάτι μου έλεγε, αλλά δεν μπορούσα να τραβήξω την προσοχή μου απ’ τη σκηνή. Όταν η Μουνένα σηκώθηκε και πέρασε από δίπλα μου, αυθόρμητα της έπιασα το χέρι. Δεν ξέρω αν ήταν σύνεση ή ζήλεια ή κάποιος συνδυασμός.

«Νομίζω ότι δεν είναι καλό να πας», απάντησα στο βλέμμα της.

«Αρούλ», μου ψιθύρισε, κι η φωνή της έσταζε ανυπομονησία, «έχω να δω χαρά στα σκέλια μου από τότε που φύγαμε. Αλλά σου λέω πως ακόμα κι αν είχα γίνει ξεντέρι πριν κατεβούμε, αυτό το μεζεδάκι δεν θα μου γλύτωνε».

Ούτε που είχα ξανακούσει αυτή τη λέξη κι αμφιβάλλω αν υπάρχει, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μουνένα δημιουργούσε τέτοιου είδους λέξεις που μόνο απ’ τον ήχο τους μάντευες τι μπορεί να σημαίνουν. Δεν την άφησα.

«Άκου, μανάρι, βαράνε καμπανάκια αυτή τα στιγμή. Ή θα πηδήξω αυτό, ή θα πηδήξω και τους τρεις σας. Κανόνισε».

Την άφησα. Και μετά παρακολουθήσαμε την πρώτη απ’ τις πολλές φορές που η Μουνένα αποφάσιζε ότι κάποιος της γυάλιζε.

Ο τρόπος που περπατούσε δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Το παλικάρι καθόταν πλάτη σ’ εμένα, δεν είδα το πρόσωπό του. Είδα το Πασπαρτού να γλιστράει ανάμεσα σ’ αυτόν και το ποτό του και να κάθεται στην άκρη του τραπεζιού, με το ένα πόδι στο πάτωμα και το άλλο στον πάγκο, δίπλα στον γοφό του.

«Δεν θα σπαταλήσω τον χρόνο σου, ούτε τον δικό μου», του είπε απλά. «Δεν με νοιάζει πώς σε λένε, ούτε πώς λένε εμένα. Δεν θέλω να σε κεράσω, ούτε να με κεράσεις. Κι αυτά που θέλω να σου κάνω και να μου κάνεις, προτιμώ να στα δείξω, παρά να στα πω. Τι λες;»

Και χαμογέλασε, μ’ ένα κλείσιμο του ματιού. Κι αυτός σηκώθηκε. Αν με ρωτήσεις τι είχε σηκωθεί πρώτο, θα σε γελάσω. Η Μουνένα τον βούτηξε απ’ τον γιακά και… σχεδόν… άρχοντά μου, σίγουρα θες να συνεχίσω; Καλά. Ας πω μόνο πως όταν έφτασαν στην σκάλα, είχαν ήδη σκορπίσει τα μισά τους ρούχα στο πάτωμα και απαλά βογκητά σκέπαζαν την σιωπή που ‘χε πέσει απότομα. Κρίνοντας απ’ την ένταση των φωνών, το πάρτι ξεκίνησε απ’ τις σκάλες και του πήρε λίγη ώρα να φτάσει μέχρι το δωμάτιο. Οι υπόλοιποι τρεις κοιτιόμασταν αμίλητοι, με την Αμελίνα να έχει πάρει ανησυχητικά κόκκινο χρώμα.

Βλέποντας πως ήμουν ο μόνος απ’ τους τρεις που διατηρούσε ακόμα κάποια ίχνη επικοινωνίας με το περιβάλλον, μάζεψα όσα πράγματα είχαν σκορπιστεί στο πάτωμα και ξανακάθισα στον πάγκο μου. Ήπιαμε στα σιωπηλά μια μπύρα και μετά ακόμα μία. Και μια τελευταία για να είμαστε σίγουροι.

Στο δωμάτιο μπήκα πρώτος εγώ, αφού μάζεψα και δυο-τρία πράγματα ακόμα απ’ τις σκάλες. Ξύπνησα το παλικαράκι που είχε ένα ευτυχισμένο και χαζεμένο χαμόγελο, του έδωσα τα ρούχα του κι ενώ ντυνόταν, σκέπασα το Πασπαρτού.

«Φίλε», μου τράβηξε την προσοχή το παλικάρι. «Αν υπάρχει κάπου παράδεισος, είναι το μέρος που υπάρχουν γυναίκες σαν αυτήν».

Το οποίο φαινόταν στο μούτρο του. Δεν απάντησα, μιας και δεν ήθελα να του χαλάσω την φαντασίωση με την πραγματικότητα. Αλλά δεν μπόρεσα να μην θέλω κι εγώ μια φορά, ρε πούστη μου, να δοκιμάσω τη λιχουδιά που θα μύριζε για καιρό κάτω απ’ τη μύτη μου!